Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

distrustful < distrust + -ful

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

distrustful (en)

  1. δύσπιστος, καχύποπτος
  2. που προκαλεί δυσπιστία