Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική τεχνοκριτικός τεχνοκριτική τεχνοκριτικό
γενική τεχνοκριτικού τεχνοκριτικής τεχνοκριτικού
αιτιατική τεχνοκριτικό τεχνοκριτική τεχνοκριτικό
κλητική τεχνοκριτικέ τεχνοκριτική τεχνοκριτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τεχνοκριτικοί τεχνοκριτικές τεχνοκριτικά
γενική τεχνοκριτικών τεχνοκριτικών τεχνοκριτικών
αιτιατική τεχνοκριτικούς τεχνοκριτικές τεχνοκριτικά
κλητική τεχνοκριτικοί τεχνοκριτικές τεχνοκριτικά


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τεχνοκριτικός οι τεχνοκριτικοί
      γενική του τεχνοκριτικού των τεχνοκριτικών
    αιτιατική τον τεχνοκριτικό τους τεχνοκριτικούς
     κλητική τεχνοκριτικέ τεχνοκριτικοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τεχνοκριτικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τεχνοκριτικός


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία