Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

σπινθηροβόλος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σπινθηροβόλος

  1. που διασκορπίζει στο περιβάλλον σπινθήρες
  2. (συνεκδοχικά) που αντανακλά κάποιο φως
  3. (μεταφορικά) που φαίνεται ιδιαίτερα έξυπνος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία