Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντανακλώ < αντί και ανακλώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

αντανακλώ (ρήμα δόκιμο σε περιορισμένους χρόνους, κυρίως ως κακόηχο στους υπόλοιπους, παθητικό: αντανακλώμαι)

  1. ανακλώ (ακτίνες, κύματα φωτός, ήχου κ.λπ.), καθρεφτίζω
    Το γαλήνιο νερό αντανακλά σαν καθρέφτης το πρόσωπό σου
    Το πρόσωπό σου αντανακλάται στο νερό
  2. εκτρέπομαι σαν διαδρομή, αλλάζω διεύθυνση, μεταφέρομαι αλλού
    Ο πόνος του τραπεζίτη μπορεί να αντανακλά σε άλλο δόντι
    Ο πόνος μπορεί να αντανακλάται και να "χτυπάει" στην πλάτη αλλά να είναι κοιλιακός ή καρδιακός)
  3. απηχώ, ανακλώ, εκφράζω με έμμεσο τρόπο
    Οι απόψεις μου είναι προσωπικές, δεν εκφράζουν το κόμμα, αντανακλούν όμως την κοινωνική πραγματικότητα
    Η κατάντια της ελληνικής κοινωνίας δεν αντανακλάται στα μέτρα που προτείνονται από την τρόικα και την ΕΕ
  4. (μεταφορικά) έχω συνέπειες και σε άλλους (π.χ. κάτι παράνομο που κάνω εγώ προσπίπτει στην κοινωνία και σαν δέσμη ακτίνων αντανακλάται πίσω σε εμένα αλλά και σε όλη μου την οικογένεια, τους φίλους μου κ.λπ.)
    Οι απόψεις που εκφράζεις τελευταία αντανακλώνται και στο κόμμα μας -ή παραιτήσου από βουλευτής μας ή πρόσεχε τις δημόσιες δηλώσεις σου


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία