Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πνευματώδης < πνεύμα + κατ.-ώδης

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πνευματώδης

  • άνθρωπος με έξυπνο χιούμορ, ευφυής

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία