↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πολύτεκνος η πολύτεκνη το πολύτεκνο
      γενική του πολύτεκνου της πολύτεκνης του πολύτεκνου
    αιτιατική τον πολύτεκνο την πολύτεκνη το πολύτεκνο
     κλητική πολύτεκνε πολύτεκνη πολύτεκνο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πολύτεκνοι οι πολύτεκνες τα πολύτεκνα
      γενική των πολύτεκνων των πολύτεκνων των πολύτεκνων
    αιτιατική τους πολύτεκνους τις πολύτεκνες τα πολύτεκνα
     κλητική πολύτεκνοι πολύτεκνες πολύτεκνα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
πολύτεκνος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πολύτεκνος

  Επίθετο

επεξεργασία

πολύτεκνος, -η, -ο

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

πολύτεκνος αρσενικό

  • γονιός τριών ή περισσότερων παιδιών


Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / πολύτεκνος τὸ πολύτεκνον
      γενική τοῦ/τῆς πολυτέκνου τοῦ πολυτέκνου
      δοτική τῷ/τῇ πολυτέκν τῷ πολυτέκν
    αιτιατική τὸν/τὴν πολύτεκνον τὸ πολύτεκνον
     κλητική ! πολύτεκνε πολύτεκνον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ πολύτεκνοι τὰ πολύτεκν
      γενική τῶν πολυτέκνων τῶν πολυτέκνων
      δοτική τοῖς/ταῖς πολυτέκνοις τοῖς πολυτέκνοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς πολυτέκνους τὰ πολύτεκν
     κλητική ! πολύτεκνοι πολύτεκν
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ πολυτέκνω τὼ πολυτέκνω
      γεν-δοτ τοῖν πολυτέκνοιν τοῖν πολυτέκνοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
πολύτεκνος < πολύ- + -τεκνος. Αναλύεται σε πολύς + τέκνον

  Επίθετο

επεξεργασία

πολύτεκνος, -ος, -ον

  1. που έχει πολλά παιδιά, γόνιμος
    ※  6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Προμηθεὺς δεσμώτης, στίχ. 137
    τῆς πολυτέκνου Τηθύος ἔκγονα,
    Της πολύτεκνης κόρες Τηθύας,
    Μετάφραση (1930): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Εστία @greek‑language.gr
    ※  4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν, 9, 15 @scaife.perseus
    Ὁ δ’ αἴγιθος εὐβίοτος καὶ πολύτεκνος, τὸν δὲ πόδα χωλός ἐστιν.
     αντώνυμα: ὀλιγότεκνος, ὀλιγόπαις
  2. (κυρίως ως προσωνυμία των ποταμών) που με τα νερά τους καθιστούν τη γη εύφορη, γόνιμη
    ※  6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Ἱκέτιδες, 1028 (1026-1029)
    ποταμοὺς δ᾽ οἳ διὰ χώρας | θελεμὸν πῶμα χέουσιν | πολύτεκνοι, λιπαροῖς χεύμασι γαίας | τόδε μειλίσσοντες οὖδας.
    Μα τους πόταμους, | πολύτεκνοι που χύνουν τα γλυκόπιοτα νερά των | μες από τη χώρα τούτη | και με προφαντά παχαίνουν ρέματα της γης το χώμα.
    Μετάφραση (1930): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Εστία @greek‑language.gr

Συγγενικά

επεξεργασία