Άνοιγμα κυρίου μενού

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική τέκνον τέκνω τέκνα
Γενική τέκνου τέκνοιν τέκνων
Δοτική τέκν τέκνοιν τέκνοις
Αιτιατική τέκνον τέκνω τέκνα
Κλητική τέκνον τέκνω τέκνα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέκνον < τίκτω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *tek-

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τέκνον ουδέτερο

  1. τέκνο, παιδί
  2. απόγονος