Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πεζοδρόμιο τα πεζοδρόμια
      γενική του πεζοδρομίου των πεζοδρομίων
    αιτιατική το πεζοδρόμιο τα πεζοδρόμια
     κλητική πεζοδρόμιο πεζοδρόμια
όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πεζοδρόμιο < πεζός + δρόμος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πεζοδρόμιο ουδέτερο

  1. η υπερυψωμένη και στρωμένη (με πλακάκια ή τσιμέντο ή άλλο υλικό) επιφάνεια στο πλάι ενός δρόμου που προορίζεται για τους πεζούς
  2. (μεταφορικά) η πορνεία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία