Δείτε επίσης: Παρθένος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρθένος < αρχαία ελληνική παρθένος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /paɾ.ˈθɛ.nɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική παρθένος παρθένα παρθένο
γενική παρθένου παρθένας παρθένου
αιτιατική παρθένο παρθένα παρθένο
κλητική παρθένε παρθένα παρθένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παρθένοι παρθένες παρθένα
γενική παρθένων παρθένων παρθένων
αιτιατική παρθένους παρθένες παρθένα
κλητική παρθένοι παρθένες παρθένα

παρθένος, -α, -ο

  1. που βρίσκεται στη φυσική του κατάσταση, ανέγγιχτος από τον άνθρωπο
    παρθένο δάσος
  2. που δεν έχει υποστεί νόθευση ή θερμική ή χημική επεξεργασία, επομένως διατηρεί τα αρχικά του συστατικά και την επιθυμητή ποιότητα
    αγνό παρθένο ελαιόλαδο


  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η παρθένος οι παρθένοι
      γενική του/της παρθένου των παρθένων
    αιτιατική τον/την παρθένο τους/τις παρθένους
     κλητική παρθένε παρθένοι
Παράρτημα

παρθένος αρσενικό ή θηλυκό

  1. άτομο που δεν έχει έλθει σε συνουσία
  2. (για γυναίκες) αυτή της οποίας δεν έχει διαρραγεί ο παρθενικός υμένας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία