Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μητρώο μητρώα
γενική μητρώου μητρώων
αιτιατική μητρώο μητρώα
κλητική μητρώο μητρώα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μητρώο < αρχαία ελληνική Μητρῷον[1], ουδέτερο του Μητρῷος < μήτηρ < πρωτοελληνική *mā́tēr πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *méh₂tēr (μητέρα) ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική matricule)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μητρώο ουδέτερο

  1. επίσημο βιβλίο στο οποίο αναγράφονται ονόματα προσώπων καθώς και στοιχεία σχετικά μ’ αυτά

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  1. Ονομασία ναού της Δήμητρας ή της Κυβέλης στην αρχαία Αθήνα, όπου φυλάσσονταν τα κρατικά αρχεία