Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κυανός η κυανή το κυανό
      γενική του κυανού της κυανής του κυανού
    αιτιατική τον κυανό την κυανή το κυανό
     κλητική κυανέ κυανή κυανό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κυανοί οι κυανές τα κυανά
      γενική των κυανών των κυανών των κυανών
    αιτιατική τους κυανούς τις κυανές τα κυανά
     κλητική κυανοί κυανές κυανά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
 ετυμολογικό πεδίο 
κυαν- 

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κυανός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κυάνεος / κυανοῦς < κύανος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ci.aˈnos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κυ‐α‐νός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κυανός, -ή, -ό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία