Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κραυγαλέος η κραυγαλέα το κραυγαλέο
      γενική του κραυγαλέου της κραυγαλέας του κραυγαλέου
    αιτιατική τον κραυγαλέο την κραυγαλέα το κραυγαλέο
     κλητική κραυγαλέε κραυγαλέα κραυγαλέο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κραυγαλέοι οι κραυγαλέες τα κραυγαλέα
      γενική των κραυγαλέων των κραυγαλέων των κραυγαλέων
    αιτιατική τους κραυγαλέους τις κραυγαλέες τα κραυγαλέα
     κλητική κραυγαλέοι κραυγαλέες κραυγαλέα
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κραυγαλέος < κραυγή + -αλέος[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kra.vɣaˈle.os/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κραυ‐γα‐λέ‐ος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κραυγαλέος

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία