Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το καπόνι τα καπόνια
      γενική του καπονιού των καπονιών
    αιτιατική το καπόνι τα καπόνια
     κλητική καπόνι καπόνια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καπόνι < μεσαιωνική ελληνική καπόνιν, υποκοριστικό του ελληνιστική κοινή κάπων < λατινική capo (τα 1. & 3. < βενετική capon < λατινικά capo)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καπόνι ουδέτερο

  1. (ιχθυολογία) επίμηκες ψάρι με πλατύ και μεγάλο κεφάλι (Chelidonichthys obscurus: Χελιδωνιχθύς ο σκοτεινός)
  2. (ζωολογία) ευνουχισμένος κόκορας (με ιδιαίτερη εκτροφή)
  3. (ναυτικός όρος) πρωραίο ξύλινο δοκάρι των ιστιοφόρων για την ανέλκυση της άγκυρας
  4. (ναυτικός όρος) μεταλλικός καμπυλόσχημος στρεπτός στύλος που έφεραν παλαιότερα, κατά ζεύγη, τα πλοία, για την ανέλκυση - καθέλκυση λέμβων ή άλλων μικρών φορτίων
     συνώνυμα: επωτίδα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία