Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κάργα οι κάργες
      γενική της κάργας
    αιτιατική την κάργα τις κάργες
     κλητική κάργα κάργες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. κάργα (ουσιαστικό) < τουρκική karga
  2. κάργα (επίρρημα) < βενετική carga ("φορτίο)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάργα θηλυκό

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

κάργα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία