Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάργια < τουρκική karga

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάργια και κάργα

  1. (ορνιθολογία) πουλί με μαύρο φτέρωμα (Corvus monedula)
  2. (μεταφορικά) αντιπαθητική γυναίκα που έχει κακία μέσα της

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία