Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καλιακούδα οι καλιακούδες
      γενική της καλιακούδας των καλιακούδων
    αιτιατική την καλιακούδα τις καλιακούδες
     κλητική καλιακούδα καλιακούδες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καλιακούδα < καλοιακούδα < κάλοιακας < κόλοιακας < αρχαία ελληνική κολοιός (κάργια)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καλιακούδα θηλυκό

  1. (ορνιθολογία) το πουλί κάργια (Corvus monedula)

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • μαύρη μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία