Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θηλιά θηλιές
γενική θηλιάς θηλιών
αιτιατική θηλιά θηλιές
κλητική θηλιά θηλιές
 
η θηλιά της κρεμάλας

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θηλιά < μεσαιωνική ελληνική θηλεά < αρχαία ελληνική θήλεια, θηλυκό του επιθέτου θῆλυς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θηλιά θηλυκό

  1. σχοινί ή κορδόνι ή σύρμα ή άλλο παρόμοιο που σχηματίζει κυκλικό κόμπο του οποίου το άνοιγμα αυξομειώνεται
  2. ο βρόχοςκρεμάλα)
  3. νήμα σε ρούχα που σχηματίζει κύκλο και χρησιμεύει για να τα κρεμάμε ή να περάσει από μέσα ένα κουμπί


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία