Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

oczko 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

oczko (pl) ουδέτερο

  1. υποκοριστικό του: oko
  2. πόντος (κάλτσας, καλτσόν κλπ.)