Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ζωτικός η ζωτική το ζωτικό
      γενική του ζωτικού της ζωτικής του ζωτικού
    αιτιατική τον ζωτικό τη ζωτική το ζωτικό
     κλητική ζωτικέ ζωτική ζωτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ζωτικοί οι ζωτικές τα ζωτικά
      γενική των ζωτικών των ζωτικών των ζωτικών
    αιτιατική τους ζωτικούς τις ζωτικές τα ζωτικά
     κλητική ζωτικοί ζωτικές ζωτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζωτικός < αρχαία ελληνική ζωτικός < ζῶ

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ζωτικός

  1. απαραίτητος για τη ζωή
    η νόσος έχει προσβάλει τα ζωτικά όργανα του ασθενή
  2. κρίσιμος, απαραίτητος για τη λειτουργία ή την εξέλιξη προσώπου ή πράγματος
    μερικοί θεωρούν την πρόσβαση στο διαδίκτυο θέμα ζωτικής σημασίας για άτομα στις αναπτυσσόμενες χώρες

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία