Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δυσχεραίνω < αρχαία ελληνική < δυσχερής

  ΡήμαΕπεξεργασία

δυσχεραίνω

  1. προκαλώ δυσχέρειες σε κάποιον ή κάτι, δυσκολεύω


ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

δυσχεραίνω

  1. ενοχλούμαι από κάτι, δυσανασχετώ
  2. προκαλώ ενόχληση, ενοχλώ