Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ενοχλούμαι < παθητική φωνή του ενοχλώ < αρχαία ελληνική ἐνοχλοῦμαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενοχλούμαι, π.αόρ.: ενοχλήθηκα, μτχ.π.π.: ενοχλημένος, (βλ. ενοχλώ)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία