Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βαπόρι τα βαπόρια
      γενική του βαποριού των βαποριών
    αιτιατική το βαπόρι τα βαπόρια
     κλητική βαπόρι βαπόρια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαπόρι < ιταλική vapore[1] < λατινική vapor (καπνός) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kwep (βρασμός, καπνός, κάπνισμα)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βαπόρι ουδέτερο

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Εμμανουήλ Κριαράς «τα πεντάλεπτά μου»