Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αναδίπλωση οι αναδιπλώσεις
      γενική της αναδίπλωσης
αναδιπλώσεως*
των αναδιπλώσεων
    αιτιατική την αναδίπλωση τις αναδιπλώσεις
     κλητική αναδίπλωση αναδιπλώσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναδίπλωση < αρχαία ελληνική ἀναδίπλωσις < ἀναδιπλόω / ἀναδιπλῶ < διπλόω / διπλῶ < διπλόος / διπλοῦς < δι- + -πλόος / -πλοῦς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αναδίπλωση θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αναδιπλώνω
     συνώνυμα: σύμπτυξη, υποχώρηση
  2. ο σχηματισμός δίπλας, πτυχής
  3. (γραμματική) σχήμα λόγου, σύμφωνα με το οποίο έχουμε εμφατική άμεση επανάληψη μιας λέξης ή μιας φράσης
  4. (νεολογισμός) (τεχνολογία) η διευθέτηση του κειμένου γύρω από μια εικόνα ή ένα πίνακα σ’ ένα πρόγραμμα επεξεργασίας κειμένου
    Ορίσετε τις επιλογές για την αναδίπλωση κειμένου. Πρώτη παράγραφος: Εκκινεί μία νέα παράγραφο κάτω από το αντικείμενο αφού πιέσετε το πλήκτρο Enter. Η απόσταση μεταξύ των παραγράφων καθορίζεται από το μέγεθος του αντικειμένου. (*)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία