Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβίωτος < ἀβίωτος < α- στερητικό + βιωτός (ρηματικό επίθετο του βιόω-ώ)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αβίωτος

  • αφόρητος, αυτός που δεν υποφέρεται για να τον ζει κάποιος
    «μού έκανε το βίο αβίωτο»

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία