Δείτε επίσης: ἕρμα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈeɾ.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ;έρ‐μα

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το έρμα τα έρματα
      γενική του έρματος των ερμάτων
    αιτιατική το έρμα τα έρματα
     κλητική έρμα έρματα
Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
έρμα < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική ἕρμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

έρμα ουδέτερο

  1. (ναυτικός όρος) το βάρος που προστίθεται στον πυθμένα ενός πλοίου ή σκάφους, μόνιμο ή προσωρινό, για να ρυθμίζει την ευστάθεια ή ισορροπία του, η σαβούρα
  2. (αεροπορικός όρος) το βάρος που προστίθεται σε αερόστατο για την κατά βούληση ρύθμιση ύψους
  3. (ωκεανογραφία) επικίνδυνη για την ναυσιπλοΐα έξαρση βυθού θάλασσας, ποταμού ή εκβολών ποταμού
     συνώνυμα: στήθος
  4. (στρατιωτικός όρος) τεχνητό εμπόδιο ποντισμένο κοντά σε ακτή εύκολης προσγειάλωσης
  5. σωρός χωμάτων ή χαλικιών
     συνώνυμα: τούμπα
  6. (σιδηρόδρομοι) το ανυψωμένο υπόστρωμα χαλικιών μέσα στο οποίο τοποθετούνται οι στρωτήρες
  7. (μεταφορικά) αρχές ή κίνητρα που κατευθύνουν τη συμπεριφορά ή τη δράση κάποιου
    ※  σε οποιαδήποτε περίπτωση αυτό που µας ταλανίζει είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει ηθικό έρµα, εφημερίδα Τα Νέα

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

έρμα: κλιτικός τύπος

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

έρμα