Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αερόστατο τα αερόστατα
      γενική του αεροστάτου
& αερόστατου
των αεροστάτων
& αερόστατων
    αιτιατική το αερόστατο τα αερόστατα
     κλητική αερόστατο αερόστατα
Παράρτημα
 
αερόστατα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αερόστατο < γαλλική aérostat < αέρας + -στατο (< ἵστημι)
Η λέξη μαρτυρείται από το 1850

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ɛ.ˈɾɔ.sta.tɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αερόστατο ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία