Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ήλιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική helium < αρχαία ελληνική ἥλιος (Η ονομασία προέκυψε από τον ήλιο, διότι θεωρήθηκε ότι το στοιχείο υπάρχει κυρίως σε αυτόν.)
Η λέξη μαρτυρείται από το 1895

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈi.li.ɔ/
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική το ήλιο
      γενική του ηλίου
    αιτιατική το ήλιο
     κλητική ήλιο
Παράρτημα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ήλιο ουδέτερο, μόνο στον ενικό

  1. (χημεία) χημικό στοιχείο, που ανήκει στα ευγενή αέρια, με ατομικό αριθμό 2 και χημικό σύμβολο το He
  2. αδρανές, μονοατομικό αέριο, χωρίς χρώμα, γεύση και οσμή. Στην ατμόσφαιρα βρίσκεται ελεύθερο σε μικρές ποσότητες και αντικαθιστά άλλα εύφλεκτα αέρια (π.χ. το υδρογόνο) στα αερόστατα ή σε άλλα μείγματα (π.χ. στις συσκευές καταδύσεων)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

ήλιο (προφορά: /ˈi.ʎɔ/)