Δείτε επίσης: λευκορώσος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Λευκορώσος οι Λευκορώσοι
      γενική του Λευκορώσου των Λευκορώσων
    αιτιατική τον Λευκορώσο τους Λευκορώσους
     κλητική Λευκορώσε Λευκορώσοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Λευκορώσος < Λευκορωσ(ία) + -ος

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Λευκορώσος αρσενικό (θηλυκό Λευκορωσίδα)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία