Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική Κρόνος
γενική Κρόνου
αιτιατική Κρόνο
κλητική Κρόνε

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Κρόνος < αρχαία ελληνική Κρόνος

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Κρόνος αρσενικό

  1. (θρησκεία) αρχαίος θεός
  2. (αστρονομία) ο έκτος πλανήτης του ηλιακού μας συστήματος και δεύτερος μεγαλύτερος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός
Ονομαστική Κρόνος
Γενική Κρόνου
Δοτική Κρόν
Αιτιατική Κρόνον
Κλητική Κρόνε

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Κρόνος < αρχαία ελληνική κραίνω

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Κρόνος αρσενικό

  1. ανδρικό όνομα
  2. (μυθολογία) θεός της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, πατέρας του Δία
  3. παρατσούκλι για ανόητο γέρο (βλέπε και Κρονόληρος)