Ετυμολογία

επεξεργασία
Κρονίων < Κρόν(ος) + -ίων

  Κύριο όνομα

επεξεργασία

Κρονίων, -ωνος αρσενικό (ή -ονος: στον Όμηρο με μακρό ῑ, αλλού, βραχύ ῐ)

  1. (πατρωνυμικό) ανδρικό όνομα
  2. (μήνας, σε επιγραφές, στη Σάμο) μορφή του Κρόνιος (εννοείται μήν)
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
Κρονῑων-
ονομαστική Κρονίων οἱ Κρονίωνες
      γενική τοῦ Κρονίωνος τῶν Κρονιώνων
      δοτική τῷ Κρονίων τοῖς Κρονίωσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν Κρονίων τοὺς Κρονίωνᾰς
     κλητική ! Κρονίων Κρονίωνες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Κρονίωνε
γεν-δοτ τοῖν  Κρονιώνοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'κώδων' όπως «κώδων» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
Κρονῑων- Κρονῑον-
ονομαστική Κρονίων οἱ Κρονίονες
      γενική τοῦ Κρονίονος τῶν Κρονιόνων
      δοτική τῷ Κρονίον τοῖς Κρονίοσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν Κρονίον τοὺς Κρονίονᾰς
     κλητική ! Κρονῖον Κρονίονες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Κρονίονε
γεν-δοτ τοῖν  Κρονιόνοιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι μακρό.
3η κλίση, Κατηγορία 'γείτων' όπως «γείτων» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
Κρονῐων- Κρονῐον-
ονομαστική Κρονίων οἱ Κρονίονες
      γενική τοῦ Κρονίονος τῶν Κρονιόνων
      δοτική τῷ Κρονίον τοῖς Κρονίοσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν Κρονίον τοὺς Κρονίονᾰς
     κλητική ! Κρονίον Κρονίονες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Κρονίονε
γεν-δοτ τοῖν  Κρονιόνοιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
3η κλίση, Κατηγορία 'γείτων' όπως «μέμνων» - Παράρτημα:Ουσιαστικά