Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὑποβολή < ὑπο- + • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὑποβολή θηλυκό

  1. η ενέργεια του ὑποβάλλω
  2. τοποθέτηση νόθου τέκνου στη θέση γνησίου, αντικατάσταση

  ΠηγέςΕπεξεργασία