Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χωρικός χωρικοί
γενική χωρικού χωρικών
αιτιατική χωρικό χωρικούς
κλητική χωρικέ χωρικοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χωρικός < αρχαία ελληνική χωρικός με τη σημερινή έννοια < χώρα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χωρικός αρσενικό (θηλυκό: χωρική)

  συνώνυμα: χωριάτης

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική χωρικός χωρική χωρικό
γενική χωρικού χωρικής χωρικού
αιτιατική χωρικό χωρική χωρικό
κλητική χωρικέ χωρική χωρικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χωρικοί χωρικές χωρικά
γενική χωρικών χωρικών χωρικών
αιτιατική χωρικούς χωρικές χωρικά
κλητική χωρικοί χωρικές χωρικά

χωρικός

  1. που αναφέρεται στο χώρο
  2. που αφορά το χωριό
  3. που αφορά τη χώρα
    τα χωρικά ύδατα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία