Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο χωρικός οι χωρικοί
      γενική του χωρικού των χωρικών
    αιτιατική τον χωρικό τους χωρικούς
     κλητική χωρικέ χωρικοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χωρικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χωρικός[1] με τη σημερινή έννοια < χώρα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /xo.ɾiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χω‐ρι‐κός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χωρικός αρσενικό (θηλυκό χωρική)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο χωρικός η χωρική το χωρικό
      γενική του χωρικού της χωρικής του χωρικού
    αιτιατική τον χωρικό τη χωρική το χωρικό
     κλητική χωρικέ χωρική χωρικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι χωρικοί οι χωρικές τα χωρικά
      γενική των χωρικών των χωρικών των χωρικών
    αιτιατική τους χωρικούς τις χωρικές τα χωρικά
     κλητική χωρικοί χωρικές χωρικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

χωρικός

  1. που αναφέρεται στο χώρο
  2. που αφορά το χωριό
  3. που αφορά τη χώρα
    τα χωρικά ύδατα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία