Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο χυμώδης η χυμώδης το χυμώδες
      γενική του χυμώδους της χυμώδους του χυμώδους
    αιτιατική τον χυμώδη τη χυμώδη το χυμώδες
     κλητική χυμώδη(ς) χυμώδης χυμώδες
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι χυμώδεις οι χυμώδεις τα χυμώδη
      γενική των χυμωδών των χυμωδών των χυμωδών
    αιτιατική τους χυμώδεις τις χυμώδεις τα χυμώδη
     κλητική χυμώδεις χυμώδεις χυμώδη
Κατηγορία όπως «μανιώδης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χυμώδης < ελληνιστική κοινή χυμώδης < αρχαία ελληνική χυμός < χέω ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική juicy[1])

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /çi.ˈmo.ðis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χυ‐μώ‐δης

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χυμώδης, -ης, -ες

  1. που έχει πολλούς χυμούς
     συνώνυμα: έγχυμος, εύχυμος, ζουμερός, καλόχυμος, πολύχυμος, σαρκώδης, χυμογόνος
  2. (μεταφορικά)
    1. (για γυναίκα) που έχει ωραίες και ζουμερές καμπύλες και έντονη θηλυκότητα και αισθησιασμό
      → δείτε τη λέξη πληθωρικός
    2. (για γραπτό ή προφορικό λόγο) που είναι πλούσιος σε εκφραστικά μέσα
      → δείτε τις λέξεις μεστός και πολύχυμος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  1. Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.