↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πληθωρικός η πληθωρική το πληθωρικό
      γενική του πληθωρικού της πληθωρικής του πληθωρικού
    αιτιατική τον πληθωρικό την πληθωρική το πληθωρικό
     κλητική πληθωρικέ πληθωρική πληθωρικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πληθωρικοί οι πληθωρικές τα πληθωρικά
      γενική των πληθωρικών των πληθωρικών των πληθωρικών
    αιτιατική τους πληθωρικούς τις πληθωρικές τα πληθωρικά
     κλητική πληθωρικοί πληθωρικές πληθωρικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
πληθωρικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πληθωρικός < πληθώρα

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /pli.θo.ɾiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πλη‐θω‐ρι‐κός

  Επίθετο

επεξεργασία

πληθωρικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με την πληθώρα, που υπάρχει σε μεγάλο βαθμό ή ποσότητα, ο άφθονος
  2. το άτομο που εξωτερικεύεται με έντονο τρόπο
  3. (οικονομία) που έχει σχέση με τον πληθωρισμό
    → και δείτε τη λέξη πληθωριστικός
  4. (ιατρική) που πάσχει από υπεραιμία
     αντώνυμα: αναιμικός

Συνώνυμα

επεξεργασία

Παράγωγα

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία