↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αναιμικός η αναιμική το αναιμικό
      γενική του αναιμικού της αναιμικής του αναιμικού
    αιτιατική τον αναιμικό την αναιμική το αναιμικό
     κλητική αναιμικέ αναιμική αναιμικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αναιμικοί οι αναιμικές τα αναιμικά
      γενική των αναιμικών των αναιμικών των αναιμικών
    αιτιατική τους αναιμικούς τις αναιμικές τα αναιμικά
     κλητική αναιμικοί αναιμικές αναιμικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
αναιμικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική anémique < anémie < αρχαία ελληνική ἀναιμία. Μορφολογικά αναλύεται σε αν- στερητικό + αίμ(α) + -ικός. [1]

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /a.ne.miˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐ναι‐μι‐κός
ομόηχο: ανεμικός

  Επίθετο

επεξεργασία

αναιμικός, -ή, -ό

  1. που σχετίζεται με την αναιμία
  2. που πάσχει από αναιμία
  3. (μεταφορικά) ο αδύναμος
     συνώνυμα: άτονος, υποτονικός
  4. (μεταφορικά) ο αδύνατος
     συνώνυμα: καχεκτικός

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία