Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναιμία αναιμίες
γενική αναιμίας αναιμιών
αιτιατική αναιμία αναιμίες
κλητική αναιμία αναιμίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναιμία < αρχαία ελληνική ἀναιμία < α- στερητικό + αἷμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αναιμία θηλυκό

  • (ιατρική): η ελάττωση των αιμοσφαιρίων κάτω από το κανονικό επίπεδο, δημιουργώντας έτσι παθογόνο κατάσταση
  1. η μείωση του όγκου της αιμοσφαιρίνης.

  ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • η αναιμία ανάλογα του παθογόνου αιτίου δημιουργίας της ή εκ της συνέπειας λαμβάνει επιμέρους χαρακτηρισμό, π.χ. σιδηροπενική, μεγαλοβλαστική, απλαστική, αιμολυτική αναιμία κ.ά.

  Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία