Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αιμοληψία αιμοληψίες
γενική αιμοληψίας αιμοληψιών
αιτιατική αιμοληψία αιμοληψίες
κλητική αιμοληψία αιμοληψίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αιμοληψία < αίμα + λήψις < λαμβάνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αιμοληψία θηλυκό

  1. λήψη αίματος από μετάγγιση
  2. λήψη αίματος για ιατρική εξέταση:

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛ.mɔ.li.ˈpsi.a/

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία