Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αιμοδότης οι αιμοδότες
      γενική του αιμοδότη των αιμοδοτών
    αιτιατική τον αιμοδότη τους αιμοδότες
     κλητική αιμοδότη αιμοδότες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αιμοδότης < αιμο- + -δότης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αιμοδότης αρσενικό (θηλυκό: αιμοδότρια)

  1. αυτός που προσφέρει αίμα για τις ανάγκες των ασθενών που το χρειάζονται

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία