Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χτενίζω < μεσαιωνική ελληνική χτενίζω < αρχαία ελληνική κτενίζω < κτείς (2. (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική comb)

  ΡήμαΕπεξεργασία

χτενίζω (παθητική φωνή: χτενίζομαι)

  1. περνάω τα μαλλιά μου με μια χτένα, για να τα ξεμπερδέψω και να τους δώσω τη μορφή που θέλω
  2. (μεταφορικά) ψάχνω εξονυχιστικά μια περιοχή, ερευνώ
  3. (μεταφορικά) επεξεργάζομαι ένα κείμενο που έχω ήδη γράψει, για να διορθώσω όσα λάθη μού έχουν ξεφύγει

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • εδώ ο κόσμος καίγεται και το μουνί (ή η γριά) χτενίζεται: για να δηλωθεί αδιαφορία σε σημαντικά ζητήματα

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία