Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική φωτισμένος φωτισμένη φωτισμένο
γενική φωτισμένου φωτισμένης φωτισμένου
αιτιατική φωτισμένο φωτισμένη φωτισμένο
κλητική φωτισμένε φωτισμένη φωτισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φωτισμένοι φωτισμένες φωτισμένα
γενική φωτισμένων φωτισμένων φωτισμένων
αιτιατική φωτισμένους φωτισμένες φωτισμένα
κλητική φωτισμένοι φωτισμένες φωτισμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φωτισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φωτίζω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

φωτισμένος, -η, -ο

  1. που έχει φωτιστεί, γεμάτος φως
    Τ' άστρα έφεγγαν καθαρά κι ολόχρυσα στο φθινοπωριάτικο ουρανό, αλλά τα παράθυρα του παλατιού ήταν τόσο φωτισμένα, που έξω η αφέγγαρη νύχτα φαίνουνταν πιο σκοτεινή. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)
  2. που έχει δεχτεί το πνευματικό φως της γνώσης


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία