Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φλαμούρι τα φλαμούρια
      γενική του φλαμουριού των φλαμουριών
    αιτιατική το φλαμούρι τα φλαμούρια
     κλητική φλαμούρι φλαμούρια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
το άνθος φλαμούρι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φλαμούρι < μεσαιωνική ελληνική φλαμούριον < ελληνιστική κοινή φλάμμουλα < λατινική flammula < flamma

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /flaˈmu.ɾi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φλαμούρι ουδέτερο

  1. (βοτανική) το άνθος της φλαμουριάς
  2. το αφέψημα που φτιάχνεται από το άνθος αυτό
  3. (βοτανική) το δέντρο φλαμουριά
     συνώνυμα: τιλιά, τίλιο, φιλύρα, φλαμουριά
  4. η ξυλεία που παράγεται απ' το δέντρο αυτό (3)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία