Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τίλιο τα τίλια
      γενική του τίλιου των τίλιων
    αιτιατική το τίλιο τα τίλια
     κλητική τίλιο τίλια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τίλιο < τιλιά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τίλιο ουδέτερο

  1. αποξηραμένα φύλλα φλαμουριάς που χρησιμοποιούνται σαν βότανο
  2. το ρόφημα που γίνεται από αυτά τα φύλλα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία