Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αφέψημα < ελληνιστική κοινή ἀφέψημα < αφ- (< από) + ἕψημα (βραστό)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αφέψημα ουδέτερο

  • το προϊόν του βρασμού μέσα σε νερό διάφορων φυτικών φαρμακευτικών ή αρωματικών ουσιών
    το κατάστημα σερβίρει καφέ, τσάι, χαμομήλι και άλλα αφεψήματα


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία