Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φλάουτο τα φλάουτα
      γενική του φλάουτου των φλάουτων
    αιτιατική το φλάουτο τα φλάουτα
     κλητική φλάουτο φλάουτα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φλάουτο < ιταλική flauto

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈfla.u.tɔ/
συλλαβισμός: φλά‐ου‐το

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
ένα φλάουτο

φλάουτο ουδέτερο

  1. (μουσικό όργανο) μεταλλικό πνευστό μουσικό όργανο που αποτελείται από ένα σωλήνα με τρύπες και κλειδιά κατά μήκος του και με στενό επιστόμιο στα πλάγια του πάνω άκρου του. Παλαιότερα ήταν ξύλινο, γι' αυτό λέμε ότι ανήκει στην οικογένεια των ξύλινων πνευστών
  2. δείτε τη λέξη φλάουτο με ράμφος
  3. ποτήρι σαμπάνιας, ψηλό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Παραδοσιακά όργανα:

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία