Arrows blue.png Δείτε επίσης: φαῦλος, φαῦνος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική φαύλος φαύλα φαύλο
γενική φαύλου φαύλας φαύλου
αιτιατική φαύλο φαύλα φαύλο
κλητική φαύλε φαύλα φαύλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φαύλοι φαύλες φαύλα
γενική φαύλων φαύλων φαύλων
αιτιατική φαύλους φαύλες φαύλα
κλητική φαύλοι φαύλες φαύλα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φαύλος < αρχαία ελληνική φαῦλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *peh₂w- (λίγος, μικρός)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈfa.vlɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈfa.vli/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈfa.vlɔ/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φαύλος, -η, -ο

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία