Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τσιμπούκι τα τσιμπούκια
      γενική του τσιμπουκιού των τσιμπουκιών
    αιτιατική το τσιμπούκι τα τσιμπούκια
     κλητική τσιμπούκι τσιμπούκια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τσιμπούκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική çubuk

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /tsi'bu.ci/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τσιμπούκι ουδέτερο

  1. είδος πίπας για καπνό
     συνώνυμα: πίπα, καπνοσύριγγα
  2. (αργκό) πεολειξία ή πεολειχία
  3. (μεταφορικά) η υπερβολική δυσκολία
  4. (μεταφορικά) είδος για σφηνάκι

ΥποκοριστικάΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

επώνυμα:

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία