Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία elΕπεξεργασία

τσιμπουκώνω < τσιμπούκι + -ώνω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /tsi.buˈkɔ.nɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

τσιμπουκώνω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία