Δείτε επίσης: τρυγόνα, τρίγωνο

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τρυγόνι τα τρυγόνια
      γενική του τρυγονιού των τρυγονιών
    αιτιατική το τρυγόνι τα τρυγόνια
     κλητική τρυγόνι τρυγόνια
Παράρτημα
 
τρυγόνι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρυγόνι < ελληνιστική κοινή τρυγόνιον < αρχαία ελληνική τρυγών + κατάληξη υποκοριστικού -ιον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρυγόνι ουδέτερο (& τρυγόνα)

  1. (ορνιθολογία) αποδημητικό πουλί με το επιστημονικό όνομα Streptopelia turtur
    Συνώνυμα: τρυγόνα, τουρτούρα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία