Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική τρυγών τρυγόνε τρυγόνες
Γενική τρυγόνος τρυγόνοιν τρυγόνων
Δοτική τρυγόνι τρυγόνοιν τρυγόσι(ν)
Αιτιατική τρυγόνα τρυγόνε τρυγόνας
Κλητική τρυγών τρυγόνε τρυγόνες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρυγών < τρύζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρυγών θηλυκό

  1. (ορνιθολογία) τρυγόνι
  2. (ιχθυολογία) σαλάχι