Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σύσφιξη οι συσφίξεις
      γενική της σύσφιξης
& συσφίξεως
των συσφίξεων
    αιτιατική τη σύσφιξη τις συσφίξεις
     κλητική σύσφιξη συσφίξεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύσφιξη < σύσφιγξις < ελληνιστική κοινή *σύσφιγξις (βλ. συσφίγξεις) < συσφίγγω < σύν + αρχαία ελληνική σφίγγω
(μεταφορική έννοια) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική resserrement[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsi.sfi.ksi/
συλλαβισμός: σύ‐σφι‐ξη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σύσφιξη θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συσφίγγω
  2. το σφίξιμο με το οποίο συνδέονται γερά δυο πράγματα
  3. (μεταφορικά) η ισχυροποίηση, το δέσιμο
  4. (μετεωρολογία) το συνεσφιγμένο μέτωπο

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία